“Η μητέρα μου πέθανε όταν ήμουν 5 ετών. Ένιωσα σαν να ήμουν ασήμαντη, σαν να γινόμουν όλο και πιο μικρή… τόσο ασήμαντη που θα μπορούσα να εξαφανιστώ. Είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά πίστευα ότι ήμουν λάθος για κάποιο λόγο. Για χρόνια ένιωθα ότι ήμουν έξω από τα πράγματα, έστω κι αν οι άλλοι δεν πίστευαν κάτι τέτοιο για μένα.” Μαρία, 35 ετών, η οποία έχασε την μητέρα της.
Τα λόγια της Μαρίας μας διδάσκουν ότι τα συναισθήματα ενός παιδιού που προέρχονται από το χαμό ενός γονιού ή συγγενούς μπορεί να μην είναι ορατά στους άλλους. Διότι το παιδί θεωρεί ότι το σύμπαν περιστρέφεται γύρω τους, ο θάνατος μπορεί να προκαλέσει ανησυχία που μεταφράζεται σε “φόβο μήπως χάσουν τον εαυτό τους”. Η Μαρία, στα 5 της χρόνια, ένιωσε σαν να γίνεται συνεχώς “όλο και πιο ασήμαντη”, τόσο που θα “εξαφανιζόταν”. Αυτός ο φόβος ότι θα χάσουν τον εαυτό τους, και οι σχετικές ανησυχίες  ότι είναι έξω από τα πράγματα είναι κοινή ανάμεσα σε παιδιά όλων των ηλικιών.
Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι κάθε παιδί που είναι αρκετά μεγάλο να αγαπάει είναι αρκετά μεγάλο και για να θρηνεί. Τα παιδιά όλων των ηλικιών επηρεάζονται από οποιαδήποτε σημαντική απώλεια και συχνά πολύ βαθειά, διότι οι αμυντικοί μηχανισμοί τους μόλις αναπτύσσονται.  Για να γίνει κατανοητή η πολυπλοκότητα του πώς κάθε κατάσταση επηρεάζει ένα παιδί, θα πρέπει να αναρωτηθούμε: 
“Τι σημαίνει ΑΥΤΟΣ ο χαμός για ΑΥΤΟ το παιδί, σε ΑΥΤΗ την στιγμή της ζωής του; ” 
Παρόλα αυτά είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η αντίληψη του κάθε παιδιού και το πως ανταποκρίνεται στο θάνατο ποικίλει,  εξαρτάται από την ηλικία και το επίπεδο ανάπτυξης του. Ο θάνατος σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε παιδιά διαφορετικών ηλικιών.
Για τα βρέφη, η αντίληψη του κόσμου είναι περιορισμένη,  έτσι ο θάνατος της μητέρας γίνεται αντιληπτός σαν “έλλειψη” ή “απουσία”. Οι ανάγκες ενός νεογνού είναι για φυσική επαφή, ζεστασιά και σταθερότητα, που δημιουργούν το αίσθημα της ασφάλειας. Η απουσία του προσώπου αυτού συνιστά απειλή στο μυαλό στου παιδιού για  την επιβίωση του, που καταλήγει σε φοβίες.
Ανάμεσα στα 2 – 4 έτη, ένα παιδί ακόμα δεν  έχει αντίληψη της μονιμότητας του θανάτου, αλλά οι φοβίες είναι αυξημένες. Τα κινούμενα σχέδια δείχνουν ότι οι χαρακτήρες μπορούν να ανατιναχτούν, να τα πατήσει αυτοκίνητο – τραίνο, να πληγωθούν, αλλά στη συνέχεια απλά σηκώνονται και συνεχίζουν σαν να μην έγινε τίποτα. Ομοίως και το νεαρό παιδί μπορεί να πιστέψει ότι “Η μαμά θα επιστρέψει” και να συνεχίσει να συμπεριφέρεται σαν να είναι ακόμα ζωντανό το πρόσωπο που έχει φύγει. Ο θάνατος είναι απλά ένας “ύπνος” από τον οποίο απλά δεν σηκώθηκαν.
Ανάμεσα στα 5-9 έτη, η κατανόηση του παιδιού για τον θάνατο υποβάλλεται σε άλλη μία αλλαγή. Αυτή είναι συνήθως η ηλικία της “μαγικής σκέψης”. Βλέπουν το θάνατο σαν μία μακρινή – μαγική δύναμη … ένα φάντασμα ή ένας άγγελος ο οποίος έρχεται να πάρει τους ανθρώπους μακριά. Το θεωρούν σαν ένα είδος εχθρού ή εισβολέα. Έτσι, τα παιδιά μπορεί να αντιμετωπίζουν το θάνατο σαν κάτι για να ξεγελάσουν τον εξορθολογισμό τους “αν είμαι καλό παιδί ή κάνω τα σωστά πράγματα θα είμαι σε θέση να το αντιστρέψω αυτό”. Εάν δεν κάνουμε τα παιδιά μέρος αυτού που συμβαίνει, ή το κρατήσουμε “μυστικό”, πιστεύουν για  κάποιο λόγο ότι είναι υπεύθυνα για αυτό που συμβαίνει, αυτή η λανθασμένη αντίληψη δυστυχώς προσθέτει επιπλέον βάρος στο πένθος τους.
Και πάλι να θυμόμαστε ότι μιλάμε για το αναπτυξιακό επίπεδο και την πραγματική ηλικία, ανάμεσα στα 9-12 το παιδί αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής, χωρίς γυρισμό, και ότι είναι ένα φυσικό κομμάτι της ζωής και όχι ένας εχθρός που κλέβει ανθρώπους. Ανησυχούν περισσότερο με τις συνέπειες του θανάτου … “ποιος θα με φροντίζει? Θα πρέπει να μετακομίσουμε? Ο μπαμπάς θα παντρευτεί ξανά? (και αν ναι τι θα γίνει με εμάς?)” Επειδή έχουν παύσει πλέον να σκέφτονται τους εαυτούς τους ως “μικρά παιδιά”, ενδέχεται να παρουσιάσουν το προσωπείο της ανεξαρτησίας και του ότι το διαχειρίζονται. Θέλουν να παρηγορήσουν τον επιζώντα γονέα ή ένα μέλος της οικογένειας τους, και ίσως να προσπαθήσουν να αναλάβουν τους ρόλους του προσώπου που πέθανε. Θέλουν να είναι χρήσιμα, αυτό μπορεί να είναι εντάξει, αλλά θέλει προσοχή. Όλο και συχνότερα τα νέα παιδιά εκφράζουν την θλίψη τους, ιδιαίτερα εάν πρόκειται για τον χαμό ενός γονέα. Έρευνες δείχνουν ότι οι έφηβοι έχουν εντονότερη θλίψη, αλλά αγωνίζονται απελπισμένα να μην το δείχνουν. Οι έφηβοι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στην εξάρτηση της παιδικής ηλικίας και της ευθύνης των ενηλίκων την οποία επιθυμούν να κερδίσουν. Το νεαρό άτομο μπορεί να φοβάται ότι εκφράζοντας έντονη μελαγχολία ή οδύνη καθώς πιστεύει ότι γίνεται ευάλωτο και επιστρέφει στην παιδική ηλικία, κάτι από το οποίο αντιστέκεται στωικά. Επίσης, η σύγκρουση με τους γονείς είναι μέρος της του εφηβικού ρόλου, και έτσι όταν ένας γονέας αποβιώσει κατά τη διάρκεια αυτής της μετάβασης μεταξύ της εξάρτησης και του αυτοπροσδιορισμού, μπορεί να υπάρξει μια μάχη. Άλλωστε, δεν το θεωρούν “cool” να λένε ότι τους λείπουν οι γονείς τους. Οι έφηβοι ανησυχούν υπερβολικά για την αποδοχή των αντιδράσεων τους από τους άλλους, ιδίως από τους συνομηλίκους τους. Έτσι, οι έφηβοι μπορεί να δυσκολεύονται να εκφράσουν τα συναισθήματα που ο θάνατος ενός γονέα μπορεί να εγείρει.
Κάθε θάνατος φέρνει αντιμέτωπους τους έφηβους με τη δική τους θνησιμότητα. Θα μπορούσαν να έχουν πεθάνει. Θυμωμένοι με το θάνατο, μπορεί να υιοθετήσουν μία  αδιάφορη συμπεριφορά λέγοντας «Γιατί θα πρέπει να νοιαστώ?» Πιθανώς ως άμυνα ή ίσως σε πείσμα, μερικές φορές οι νέοι συμμετέχουν σε απερίσκεπτες ή επικίνδυνες συμπεριφορές για να δείξουν ότι δεν τους νοιάζει ή να προσπαθούν να αποδείξουν ότι είναι αθάνατοι.
Όπως έχουμε αναφέρει, ένα παιδί που έχει επηρεαστεί προσωπικά από τον θάνατο μπορεί να έχει πολυάριθμους φόβους, μεταξύ των οποίων μπορεί να είναι:
• Ο φόβος να χάσει τον άλλο γονέα (μετά τι θα γίνει με εμένα) 
• Ο φόβος ότι και εκείνος/η θα πεθάνει
• Ο φόβος να πάει για ύπνο (μήπως δεν ξυπνήσω ποτέ, σαν τη μαμά)
• Ο φόβος μήπως χωριστεί από κάποιο γονέα ή συγγενή 
• Ο φόβος μήπως μείνει απροστάτευτος
• Ο φόβος να μοιραστεί τα συναισθήματα του με άλλους
Ένας έφηβός μας είπε: “φοβόμουν να μιλήσω για το πώς ένιωθα στην μητέρα μου γιατί ήξερα ότι θα άρχιζε να κλαίει. Και έπειτα ο μεγαλύτερος μου αδερφός θα τσαντιζόταν μαζί μου που αναστάτωσα την μαμά. Έτσι κρατούσα τα συναισθήματα μου για μένα, και αρκετά σύντομα φοβόμουν να πω οτιδήποτε σε οποιανδήποτε” 
Η ενοχή συχνά προέρχεται από τρείς κοινές πεποιθήσεις που εκφράζονται από τα παιδιά που μένουν πίσω:
• Ο θάνατος είναι τιμωρία για την κακή μου συμπεριφορά. 
• Δεν τους αγαπούσα αρκετά. (…καθώς αυτός είναι ο λόγος που έφυγαν.)
• Θα έπρεπε να είχα πεθάνει εγώ. (Συχνά με τον θάνατο ενός αδερφού, το παιδί μπορεί να ακούει τους γονείς του να μιλάνε για τον εκλιπόντα με ενθουσιώδη λόγια, και να νοιώθει σαν να προτιμούν το αδερφάκι που έχει χαθεί από το ίδιο – ή ίσως να εύχεται να είχε φύγει εκείνο και να είχε επιβιώσει το εκλιπόν αδερφάκι του.)
Απαιτείται ιδιαίτερη φροντίδα όταν μιλάμε στα παιδιά για το θάνατο: 
• Τα παιδιά έχουν την τάση να πενθούν λίγο λίγο, σιγά-σιγά, και θα πρέπει να τους επιτρέπουμε να επεξεργάζονται τη θλίψη στην δική τους παιδική διάσταση, τμηματικά. Μην περιμένετε το παιδί να ανταποκριθεί σαν ενήλικας. 
• Χρησιμοποιείστε γλώσσα κατάλληλη για την ηλικία του παιδιού. Προσπαθήστε οι λέξεις να είναι συγκεκριμένες και όχι αφηρημένες. Ξεκινήστε εσείς την συζήτηση. Τα παιδιά μπορεί να μην κάνουν ερωτήσεις διότι δεν είναι σίγουρα για το αν θα αναστατώσουν τους μεγάλους. Ρωτήστε, “ για θέματα που ίσως να έχετε αναρωτηθεί ….” Και έπειτα προσπαθήστε να κάνετε μία ερώτηση οπου το παιδί θα μπορούσε να ρωτήσει. Απαντήστε τις ερωτήσεις του παιδιού ανοιχτά κα ειλικρινά, ακόμα και αν δεν υπάρχει απάντηση, να είστε προετοιμασμένοι για αυτό.
• Παρατηρήστε πως μπορεί να αισθάνεται το παιδί. Διαλύστε τους φόβους, συμπεριλαμβανομένου του άγχους ότι κάποιος άλλος στην οικογένειά τους, ή ότι το ίδιο θα πεθάνει επίσης.
• Καθησυχάστε το παιδί για την θέση του στην οικογένεια: η οικογένεια ακόμα υπάρχει και η θέση του μέσα σε αυτή είναι όπως ήταν πάντα. 
• Τελετές όπως το άναμμα ενός κεριού: τοποθετώντας ένα γράμμα ή ένα ειδικό αναμνηστικό στο φέρετρο ή απελευθερώνοντας ένα μπαλόνι με ένα μήνυμα πάνω του για το άτομο που έφυγε, μπορεί να είναι αποτελεσματικές τελετές αποχαιρετισμού για τα παιδιά. 
Μερικές πρακτικές τακτικές:
• Όταν περιγράφετε το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου, χρησιμοποιήστε απλή άμεση γλώσσα. 
• Να είστε ειλικρινείς. Ποτέ μην διδάξετε ένα παιδί κάτι το οποίο αργότερα θα πρέπει να του το μάθετε αλλιώς.
• Επιτρέψτε στα παιδιά να εκφράσουν όλα τους τα συναισθήματα. 
• Ακούστε τα παιδιά, μην τους μιλάτε μόνο. 
• Μην περιμένετε το παιδί να αντιδράσει αμέσως. Να έχετε υπομονή και να είστε διαθέσιμοι.
• Κατανοήστε τα δικά σας ενήλικα συναισθήματα για το θάνατο και το πένθος, διότι εάν δεν να τα βρούμε με τον εαυτό μας, θα είναι δύσκολο να μεταφέρουμε μία θετική στάση στα παιδιά.
Τα παιδιά δεν σταματούν να πενθούν, παρά μόνο όταν θα έχουν περάσει από όλα τα αναπτυξιακά στάδια. Σε κάθε στάδιο, υπάρχει εκμάθηση νέων δεδομένων σχετικά με την εμπειρία τους. Τα παιδιά μπορεί να πενθούν έως ότου γίνουν νεαροί ενήλικες, διότι διαρκεί μέχρι να διαπιστώσουν ότι μπορούν να επιβιώσουν από την εμπειρία και ότι είναι σε θέση να ενσωματώσει το γεγονός της απώλειας και να αλλάξει την ζωή του.